π. ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΣΚΟΥ: «ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΟΝ»
«ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΟΝ»
Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ
Τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως ἀρχίζει μὲ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεό. Μὲ τὴ φράση «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν» ὁμολογοῦμε κατ’ ἀρχὰς ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ κατὰ δεύτερον ὅτι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός. Δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ θεοί, ὅπως ἀποδέχονται οἱ διάφορες πολυθεϊστικὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ μόνο ἕνας Θεός. Καὶ ὁ ἕνας ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι τριαδικός, εἶναι τρία Πρόσωπα: ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Κατὰ ταῦτα, ἡ ἄποψη ποὺ ἀκούεται κατὰ καιροὺς ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες πιστεύουν στὸν ἴδιο Θεό, εἶναι ἐντελῶς λανθασμένη. Ὁ θεὸς ἢ οἱ θεοὶ τῶν διαφόρων θρησκειῶν εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος μέσα στὴν Ἱστορία. Τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως ἀναφέρεται κατὰ κύριο λόγο στὸ πρῶτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Θεὸ Πατέρα, ἐνῶ στὰ ἑπόμενα ἄρθρα θὰ γίνει ἀναφορὰ στὸ δεύτερο καὶ στὸ τρίτο Πρόσωπο, στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ δική μας σωτηρία (2ο – 7ο ἄρθρο), καὶ στὸ Ἅγιον Πνεῦμα (8ο ἄρθρο).
Ἡ πίστη στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεὸ διαποτίζει ὁλόκληρη τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἡ πρώτη ἐντολὴ στὸν Δεκάλογο, ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν Προφήτη Μωυσῆ στὸ ὄρος Σινᾶ, ἦταν ἀκριβῶς ἡ πίστη στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεό. «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου … οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ». Ἡ πολυθεΐα, ἡ πίστη δηλαδὴ σὲ πολλοὺς ψεύτικους θεούς, δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ πικρὸς καρπὸς τῆς ἀρχαίας παρακοῆς, τῆς παρακοῆς τῶν Πρωτοπλάστων στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς διακοπῆς τῆς κοινωνίας τους μὲ τὴ Χάρη Του. Ἡ παρακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συνεπακόλουθη Πτώση ὁδήγησε τὸν ἄνθρωπο στὸν σκοτασμὸ τοῦ νοὸς καὶ στὴ διαστροφὴ τῆς καρδίας. Τὸ τραγικὸ ἀποτέλεσμα ἦταν οἱ ἄνθρωποι νὰ λατρεύσουν «τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα» (Ρωμ. α’ 25). «Ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν» (Ρωμ. α’ 23). Ἀντί, δηλαδή, νὰ λατρεύουν τὸν Δημιουργὸ Θεό, ἄρχισαν νὰ προσκυνοῦν διάφορα εἴδωλα, τὰ ὁποῖα παριστάνουν θνητοὺς ἀνθρώπους, πουλιά, τετράποδα ζῶα καὶ ἑρπετά.
Ἡ εἰδωλολατρία, ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀποτελεὶ τὸ κορυφαῖο ἁμάρτημα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ δεύτερη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου τὴν καταδικάζει μὲ τὸν πλέον ξεκάθαρο τρόπο. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς». Νὰ σημειώσουμε, βεβαίως, ὅτι εἰδωλολατρία δὲν συνιστᾶ μόνο ἡ χοντροειδὴς λατρεία καὶ προσκύνηση θνητῶν ἀνθρώπων, ζώων, πουλιῶν, ψαριῶν καὶ ἑρπετῶν. Ὅταν τὴ θέση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου καταλαμβάνει ὁτιδήποτε ἄλλο, ὅσο ἐξευγενισμένο κι ἂν εἶναι αὐτὸ (ἐπιστήμη, τέχνη, πολιτική, χρῆμα, ποδόσφαιρο, ἰδεολογία, ἀγαπημένα πρόσωπα κ.ο.κ.), μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ διάφορες ἄλλες μορφὲς εἰδωλολατρίας, ποὺ ταλανίζουν τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὶς μέρες μας.
«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν», λοιπόν. Πιστεύω στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεό. Τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι καθαρὰ ζήτημα πίστεως. Ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖο ὁ Πανάγαθος Θεὸς προίκισε μὲ τὸ μεγάλο δῶρο τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἐλεύθερος νὰ δεχθεῖ ἢ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄρνηση, ὡστόσο, τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἀφροσύνης, τῆς ἀνοησίας. «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεὸς» (Ψαλμ. ιγ’ 1 καὶ νβ’ 2). Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποδεικνύεται ἀσφαλῶς μὲ μαθηματικὸ τρόπο, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ἐπιστητοῦ. Τὴν ὕπαρξή Του, ὅμως, μαρτυρεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ μεγαλεῖο τῆς δημιουργίας. «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ργ’ 24). Ἐὰν πίσω ἀπὸ κάθε κτήριο εὑρίσκεται κάποιος ἀρχιτέκτονας ποὺ τὸ σχεδίασε, ἐὰν πίσω ἀπὸ κάθε μηχανὴ εὑρίσκεται κάποιος μηχανικὸς ποὺ τὴ συνέλαβε καὶ τὴν κατεσκεύασε, εἶναι δυνατὸν πίσω ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου νὰ μὴν εὑρίκεται κάποιος ἰθύνων νοῦς; «Πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος», μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεὸς» (Ἑβρ. γ’ 4). Ἂς θυμηθοῦμε καὶ τὰ γνωστὰ χαρακτηριστικὰ λόγια τοῦ ἀρχαίου ἱστορικοῦ Πλουτάρχου: «Μπορεῖς νὰ βρεῖς πόλεις χωρὶς τείχη, χωρὶς γραφή, χωρὶς ἄρχοντες, χωρὶς σπίτια …, ποὺ δὲν χρειάζονται νόμισμα, ποὺ δὲν γνωρίζουν θέατρα καὶ γυμναστήρια. Πόλη ὅμως χωρὶς ἱερὰ καὶ θεούς, ποὺ νὰ μὴν ἀναπέμπει προσευχὲς … οὔτε ὑπῆρξε οὔτε θὰ ὑπάρξει …». Ἡ πίστη στὸν Θεὸ εἶναι χαραγμένη στὴν ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδιά του τὴ φύση θρησκευτικὸν ὄν. Μεγαλύτερη δὲ ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ συνείδηση, αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ φωνή, δηλαδή, πού, ἐὰν δὲν διαστραφεῖ, μᾶς πληροφορεῖ ποιό εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιό εἶναι τὸ κακό.
Στὴν πορεία τῆς Ἱστορίας ἐμφανίστηκαν καὶ συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν μέχρι σήμερα πολλὲς θρησκεῖες. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δημιουργεῖ σύγχυση στὸν ἄνθρωπο. Ποιά εἶναι ἄραγε ἡ ἀληθινὴ θρησκεία; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα. Ἀποτελοῦν τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ καὶ κατασκευάζουν ἕνα θεὸ ἢ πολλοὺς θεοὺς κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἂς θυμηθοῦμε ἐν προκειμένῳ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία καὶ τὸ Δωδεκάθεο τοῦ Ὀλύμπου. Ἡ χριστιανικὴ πίστη, ἐξ ἀντιθέτου, δὲν ἀποτελεῖ μία θρησκεία ἀνάμεσα στὶς λοιπὲς θρησκεῖες τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ εἶναι πίστη ἐξ ἀποκαλύψεως. Δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι δημιουργημένος, ὅπως μᾶς διδάσκει τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Ἀπὸ τὴ μία, λοιπόν, ἔχουμε τὸν θεὸ ἢ τοὺς θεοὺς κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ καὶ μπορεῖ νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του.
Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο πραγματοποιεῖται ἤδη ἀπὸ τὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ μὲ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους. Ὅταν ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται στὸν Προφήτη Μωϋσῆ στὴ φλεγομένη ἀλλὰ μὴ κατακαιομένη βάτο στὸ ὄρος Χωρήβ, ποὺ εἶναι ἄλλη ὀνομασία τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἐκεῖνος τὸν ἐρωτᾶ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ ὄνομά Του. Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» (Ἐξ. γ’ 14), Ἐγώ, δηλαδή, εἶμαι Ἐκεῖνος ποὺ ὑπάρχει, Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ὁποιοσδήποτε ἄλλος θεὸς εἶναι ψεύτικος, εἶναι κίβδηλος, εἶναι ἀποκύημα τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας.
Ἡ τριαδικότης τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μία ἀλήθεια ποὺ ἀποκαλύπτεται μόνο στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἀποκαλύπτεται συνεσκιασμένα ἤδη στὶς σελίδες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὅταν ἔχουμε ἀναφορὰ ἀφ’ ἑνός μεν στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ («τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν») ἢ στὴ Σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφ’ ἑτέρου στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, οὐσιαστικὰ ἔχουμε ἀναφορὰ στὸ δεύτερο καὶ τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅπου, ἐπίσης, χρησιμοποιεῖται πληθυντικὸς ἀριθμὸς στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν φανέρωση τῆς τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἀποφασίζει τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, λέει σὲ πληθυντικὸ ἀριθμό: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» (Γεν. α’ 26). Εἶναι ὡς ἐὰν νὰ συσκέπτονται τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἀποφασίζουν τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς τὸ ἐπιστέγασμα τῆς λοιπῆς δημιουργίας. Ὅταν ὁ Ἀδὰμ παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσει τὴ Χάρη Του καὶ ν’ ἀρχίσει νὰ σκέπτεται πλέον μὲ πονηρία, ὁ Θεὸς εἶπε καὶ πάλι σὲ πληθυντικὸ ἀριθμό: «Ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν» (Γεν. γ’ 22). Μία τρίτη ἀντίστοιχη περίπτωση ἔχουμε στὴν περιγραφὴ τῆς ἀλαζονικῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Πύργου τῆς Βαβὲλ μὲ τὴν ψευδαίσθηση, ὅτι δῆθεν θὰ μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νὰ φθάσουν στὸν οὐρανό. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση λέει ὁ Θεός: «Δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν» (Γεν. ια’ 7). Ἡ χαρακτηριστικότερη εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος στὶς σελίδες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἡ ἐμφάνιση τῶν τριῶν ἀγγέλων στὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ κοντὰ στὴ Δρῦ τοῦ Μαμβρῆ. Ἡ εἰκόνα τῆς φιλοξενίας τῶν τριῶν ἀγγέλων ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ἀποτελεῖ τὴν ὀρθόδοξη ἀπεικόνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὡστόσο, ἡ κατ’ ἐξοχήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος γίνεται μὲ τὴ Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἐναθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔζησε ἀνάμεσά μας ὡς ἄνθρωπος γιὰ τριάντα τρία ὁλόκληρα χρόνια. Αὐτὸς μᾶς ἀπεκάλυψε μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία Του τόσο τὸν Πατέρα Του ὅσο καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁμιλεῖ συνεχῶς. Σὲ δύο σημαντικὰ γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ τῆς γῆς ζωὴ τοῦ Θεανθρώπου ἔχουμε τὴν πλέον ξεκάθαρη φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρόκειται γιὰ τὴ Βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ τὴ Μεταμόρφωσή Του στὸ ὄρος Θαβὼρ ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων Πέτρου, Ἰωάννου καὶ Ἰακώβου. Στὴν πρώτη περίπτωση ὁ Κύριος βαπτίζεται ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀκούεται «ἐκ τῶν οὐρανῶν» ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς νὰ λέει: «οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. γ’ 17), ἐνῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα «ὡσεὶ περιστερὰ» κατεβαίνει καὶ ἔρχεται πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος ποὺ ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου ἔλαβε τὴν ὀνομασία Θεοφάνεια. Στὴ δεύτερη περίπτωση ὁ Κύριος μεταμορφώνεται ἔμπροσθεν τῶν τριῶν μαθητῶν, ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἀκούεται νὰ λέει τὰ ἴδια ἀκριβῶς λόγια ὅπως καὶ στὴ Βάπτιση, ἐνῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα φανερώνεται ὡς φωτεινὴ νεφέλη ποὺ τοὺς σκεπάζει.
Ἕνα ἄλλο γεγονὸς ποὺ χρήζει ἰδιαίτερης ἀναφορᾶς στὴν παροῦσα συνάφεια εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ μαθητὲς εἶναι ὅλοι συγκεντρωμένοι στὸ ὑπερῶο τῆς Σιὼν πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν τριήμερη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ξαφνικὰ ἔρχεται μία βουὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν νὰ φυσοῦσε δυνατὸν ἀέρας. «Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν , καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ β’ 3). Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέρχεται ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν καὶ τοὺς καθιστᾶ πλέον ὄντως πνευματοφόρους. Οἱ μαθητὲς ποὺ λίγες μέρες πρὶν ἦσαν κεκρυμμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων γίνονται πλέον ἀτρόμητοι διαπρύσιοι κήρυκες τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
(Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Παράκληση. Τριμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ», τεῦχος 123 (2025), σ. 17-19)




