π. ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΣΚΟΥ: ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΕΥΒΟΙᾼ

 

Βίος τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ

π. Μιχαὴλ Βοσκοῦ

 

Παιδικὴ καὶ νεανικὴ ἡλικία

Ὁ ῞Οσιος Ἰάκωβος γεννήθηκε στὶς 5 Νοεμβρίου τοῦ 1920 στὸ Λίβισι τῆς Μάκρης, ἕνα παραθαλάσσιο χωριὸ τῆς ἁγιοτόκου Μικρᾶς Ἀσίας στὸ ὕψος τοῦ Καστελλόριζου. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἀπὸ τὶς πιὸ εὔπορες oἰκογένειες τοῦ χωριοῦ, περισσότερο ὅμως ξεχώριζε γιὰ τὴν εὐσέβειά της καὶ τὴν ἁγνὴ χριστιανική της πίστη. Στὸ γενεαλογικὸ δέντρο τῆς οἰκογένειας περιλαμβάνονται ἑπτὰ γενεὲς Ἱερομονάχων, ἕνας Ἀρχιερέας καὶ ἕνας Ἅγιος.

Ὁ πατέρας του ἦταν ὁ Σταῦρος Τσαλίκης καὶ ἡ μητέρα του ἡ Θεοδώρα Κρεμμυδᾶ. Οἱ εὐλογημένοι γονεῖς του ἀπέκτησαν συνολικὰ ἐννέα παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ὅμως, ἔζησαν μόνο τὰ τρία, δύο ἀγόρια καὶ ἕνα κορίτσι. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν τὸ δεύτερο κατὰ σειρὰ ἀγόρι “ἀπὸ τὰ ἀπομεινάρια τοῦ Χάρου”, ὅπως συνήθιζε νὰ λέει ἡ μητέρα του.

Λόγῳ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ἡ οἰκογένειά του ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Μικρασιατικὴ γῆ καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ μητροπολιτικὴ Ἑλλάδα. Ἐγκαταστάθηκαν ἀρχικὰ στὸ χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος τῆς Ἄμφισσας καὶ στὴ συνέχεια στὸ χωριὸ Φαράκλα τῆς Βόρειας Εὔβοιας.

Τελείωσε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο μὲ ἄριστη ἐπίδοση. Ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ ἐπέμενε, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, νὰ σταλεῖ στὴ Χαλκίδα, γιὰ νὰ συνεχίσει τὴ φοίτησή του στὸ Γυμνάσιο. Οἱ γονεῖς του, ὅμως, φοβούμενοι μήπως κινδυνεύσει μακριὰ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του, προτίμησαν νὰ τὸν κρατήσουν κοντά τους. Ἔτσι ἔμεινε μὲ τὶς γραμματικὲς γνώσεις τοῦ Δημοτικοῦ.

Μέχρι τὰ τριάντα του χρόνια ἔζησε στὸ σπίτι τῶν γονιῶν του. Ἀπὸ τὴν εὐλαβέστατη μητέρα του ἔμαθε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ κάνει μετάνοιες. Ἀπὸ μικρὸς μάλιστα εἶχε μεγάλη παρρησία στὴν προσευχή του, κάτι ποὺ ἔβλεπαν οἱ γύρω του καὶ ζητοῦσαν συχνὰ τὶς προσευχές του. Μεγάλος ἦταν ὁ πόθος του, ἐπίσης, ν’ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνει ἀσκητής. Πολὺ ζωντανὴ ἦταν πάντοτε ἡ σχέση του μὲ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Μιὰ φορὰ ἡ Παναγία καὶ μιὰ φορὰ ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος τὸν ἔκαναν καλὰ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο. Τοῦ ἐμφανίστηκε ἀκόμη ἡ Ἁγ. Παρασκευή, ἡ ὁποία τοῦ ἀπεκάλυψε τὴν πορεία ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσε στὴ ζωή του.

Στὰ εἴκοσι δύο του χρόνια ἔχασε τὴ μητέρα του, ἡ ὁποία εἶχε ὄντως ὁσιακὸ τέλος· τρεῖς μέρες προτοῦ ἀναχωρήσει γιὰ τὴν ἄλλη ζωή, τῆς τὸ ἀνακοίνωσε ὁ ἄγγελός της. Στὰ εἴκοσι ἑπτά του χρόνια ὑπηρέτησε τὴ στρατιωτική του θητεία, ἡ ὁποία διήρκεσε τρία χρόνια. Συνέπεσε δὲ κατὰ τὴ δύσκολη ἐποχὴ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Στὰ τριάντα του χρόνια γύρισε πίσω στὸ χωριό του, ἀποκατέστησε τὴν ἀδελφή του, ὅπως ἦταν ἡ ἐντολὴ τῆς μητέρας του, ἀφοῦ καὶ ὁ πατέρας του εἶχε ἤδη ἀφήσει τὸν γήινο κόσμο, καὶ ἦταν ἕτοιμος πλέον ν’ ἀκολουθήσει τὴ μοναχικὴ ζωή.

Μοναχικὸς βίος – Στὴ Μονὴ Ὁσίου Δαυὶδ

Ἐπιθυμία του ἦταν νὰ πάει στοὺς Ἁγίους Τόπους, γιὰ νὰ ζήσει στὴν ἔρημο ὡς ἀσκητής. Πῆγε, ὅμως, πρώτα στὴ Μονὴ τοῦ ῾Οσίου Δαυίδ (15 ᾽Ιουλίου 1952), γιὰ νὰ ζητήσει τὴν εὐλογία καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου. Μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὁ Ὅσιος Δαυὶδ τὸν κάλεσε νὰ γίνει μοναχὸς στὸ Μοναστήρι του καὶ ἀμέσως - χωρὶς ἄλλη σκέψη - τοῦ ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσή του.

 

Ἡ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαυὶδ λειτουργοῦσε τότε κατὰ τὸ ἰδιόρρυθμο σύστημα καὶ εἶχε μονάχα δύο – τρία γεροντάκια. ῏Ηταν δὲ κυριολεκτικὰ ἐρειπωμένη. Ἡγούμενος ἦταν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος Θωμᾶς, ἕνας ἐνάρετος κληρικός, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ζοῦσε ὡς ἐφημέριος στὴ Λίμνη μαζὶ μὲ τὶς ἀδελφές του.

Μὲ τὸ ξεκίνημα τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ὁ π. Ἰάκωβος ἔβαλε, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, “ἀρχὴ ἀπαράβατη τὴν ὑπακοή, ποὺ εἶναι ἡ βάση καὶ τὸ θεμέλιο στὴ μοναχικὴ ζωή”. Τίποτα δὲν ἔκανε χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντά του, τὴν ὁποία γιὰ νὰ λάβει ἔκανε πολλὲς φορὲς κοπιαστικὲς ὁδοιπορίες τεσσάρων καὶ πέντε ὡρῶν μέχρι τὴ Λίμνη.

Ἡ ἄκρα ὑπακοή του, ἀλλὰ καὶ ὁ μεγάλος του ζῆλος γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ τὴ σωματική του ἐργασία προκάλεσαν τὸν φθόνο τοῦ μισοκάλου διαβόλου, μὲ ἀποτέλεσμα ὁλόκληρη ἡ ζωή του νὰ καταστεῖ ἕνα ἰσόβιο (ἑκούσιο καὶ ἀκούσιο) μαρτύριο.

Εἰδικὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του στὴ Μονὴ Ὁσίου Δαυὶδ  ἦταν γεμάτα δυσκολίες καὶ πειρασμούς. Ἀντιμετώπισε, κατ’ ἀρχάς, τὴ σκληρὴ ἀντίδραση τῶν πατέρων τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ὅ,τι ἦταν δυνατόν, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ φύγει ἀπὸ τὴ Μονή. Οἱ συνθῆκες διαβίωσης του στὸ Μοναστήρι, ἐπίσης, ἦταν πάρα πολὺ δύσκολες, ἰδιαιτέρως κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνες ποὺ τὸ κρύο ἦταν ἀφόρητο, δεδομένου ὅτι τὸ κελλί του ἦταν ἕνα ἐρείπιο, χωρὶς τζάμια καὶ μὲ κάτι παλιὰ παντζούρια ποὺ δὲν ἔκλειναν καλά. Ἀποκορύφωμα τῶν πειρασμῶν του ὑπῆρξε ἡ ἐπίθεση ποὺ δέχθηκε ἀπὸ πολλοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τὸν κτύπησαν καὶ τὸν βασάνισαν ἀλύπητα καὶ τὸν ἄφησαν κυριολεκτικὰ μισοπεθαμένο. Ἔζησε, ὡστόσο, θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Ὁσίου Δαυὶδ καὶ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ποὺ τὸν στήριξαν καὶ τὸν ἐνδυνάμωσαν.

Ἱερατικὴ ζωὴ - Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ὁσίου Δαυὶδ

Στὶς 18 Δεκεμβρίου τοῦ 1952 χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος καὶ τὴν ἀμέσως ἑπομένη ἡμέρα 19 Δεκεμβρίου τοῦ 1952 χειροτονήθηκε ἱερομόναχος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο. Λίγες μέρες ἀργότερα πῆρε καὶ τὴ γραπτὴ ἄδεια πνευματικῆς πατρότητας, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἐξομολογεῖ τοὺς χριστιανούς.

Μετὰ τὴ χειροτονία του ἄλλαξε ἐντελῶς ἡ ζωή του. Λειτουργοῦσε ἔκτοτε καθημερινά, ἐνῶ μὲ πολὺ ζῆλο ἐξυπηρετοῦσε τὰ χωριά τῆς περιοχῆς, ποὺ γιὰ χρόνια οἱ κάτοικοί τους ἦταν ἀλειτούργητοι καὶ ἀνεξομολόγητοι. Τελοῦσε βαπτίσεις, γάμους, κηδεῖες, ἐνῶ συχνὰ περιέφερε τὴν Τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαυὶδ γιὰ εὐλογία.

Καθήκοντα ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυὶδ ἀνέλαβε στὶς 25 Ἰουνίου τοῦ 1975 κατ’ ἐντολὴν τοῦ νέου Μητροπολίτη Χαλκίδος Χρυσοστόμου, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ ἐξέφρασε καὶ τὴν ἀπροθυμία του. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡγουμενίας του ἡ μέχρι πρότινος ἄσημη Μονὴ ἔγινε πανελλήνιο καὶ πανορθόδοξο προσκύνημα, στὸ ὁποῖο προσέτρεχε πλῆθος πιστῶν γιὰ νὰ βροῦν παρηγοριά. Παραλλήλως φανερώθηκαν ἐξ ἀνάγκης πλέον τὰ πολλὰ χαρίσματα τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου, τὰ ὁποῖα μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια προσπαθοῦσε νὰ ἀποκρύβει, γιὰ νὰ μὴν ἐπαινεῖται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες ὑπῆρξαν ἐφάμιλλοι τῶν ἀγώνων τῶν ὁσίων ἀσκητῶν ποὺ διαβάζουμε στὸ Γεροντικό, ἀλλὰ καὶ οἱ πειρασμοί, οἱ δοκιμασίες, οἱ κακοπάθειες καὶ οἱ ἐναντίον του ἐπιθέσεις τοῦ σατανᾶ ἦταν ἀνάλογες μὲ ἐκεῖνες ποὺ ἀντιμετώπισαν οἱ μεγάλοι ἀσκητές. Ὅσο ὅμως μεγάλωναν οἱ δοκιμασίες του, οἱ ἀρρώστιες του καὶ τὰ ποικίλα βάσανά του, τόσο ὁ Θεὸς τὸν χαρίτωνε μὲ σπάνια πνευματικὰ χαρίσματα, ὅπως τῆς διοράσεως, τῆς προοράσεως, τῆς διακρίσεως, τῆς παραμυθίας, τῆς ἱάσεως ἀσθενῶν καὶ τῆς ἐκδιώξεως δαιμόνων. Ἀξιώθηκε νὰ ζήσει θεοπτικὲς ἐμπειρίες καὶ νὰ ἐπιτελέσει ἐν ζωῇ πολλὰ θαύματα μὲ τὶς προσευχές του.

Ἡ ἀρετὴ ποὺ τὸν διέκρινε ὅλως ἰδιαιτέρως, ἐκτὸς βεβαίως ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑψοποιοῦ ταπεινώσεως, ἦταν ἡ ἀρετὴ τῆς ἐλεημοσύνης, τὴν ὁποία κληρονόμησε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη μητέρα του. Ἄδειαζε συνεχῶς τὰ χέρια του καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς τοῦ τὰ ξαναγέμιζε ὅλο καὶ περισσότερο. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: “Ἕνα δίνω κι ὁ Θεὸς δέκα μοῦ δίνει. Μόλις σκεφτῶ κάτι νὰ δώσω ἀμέσως ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ μοῦ δίνει πολλαπλάσια”.

Τὸ ἁγιοπνευματικὸ χάρισμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἰδιαιτέρως τὸν προίκισε ὁ Πανάγαθος Θεός, ἦταν τὸ διορατικὸ χάρισμα. Πολλὲς φορὲς προσφωνοῦσε μὲ τὸ ὄνομά τους ἀνθρώπους ποὺ πρώτη φορὰ ἔβλεπε μπροστά του, γνώριζε τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων προτοῦ τοῦ τὰ ἐκμυστηρευθοῦν, ἔβλεπε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες τους.

Κοντά του προσέτρεχαν γιὰ νὰ βροῦν βοήθεια καὶ παρηγοριὰ ἑκατοντάδες ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, μοναχοί, καθηγητὲς Πανεπιστημίου, ἐπιστήμονες, δικαστὲς καὶ ἄλλοι ἀξιωματοῦχοι. Κι ὁ καθένας ἕβρισκε κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰάκωβο αὐτὸ ποὺ ὄντως εἶχε ἀνάγκη. Ἡ παρουσία καὶ μόνο τοῦ Ὁσίου ἦταν, γιὰ ὅσουν εἶχαν τὰ κατάλληλα μάτια νὰ δοῦν, παρουσία τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.

Πολλὰ πνευματικὰ γεγονότα ἀξιώθηκε νὰ ζήσει ὡς ἱερέας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅταν λειτουργοῦσε, “συλλειτουργοῦσε” μὲ Ἀγγέλους – μὲ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ - καὶ μὲ Ἁγίους, ὅπως ὁ ἴδιος ἀπεκάλυψε σὲ κάποια πρόσωπα. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Προσκομιδῆς ἔβλεπε Ἄγγελο Κυρίου νὰ παραλαμβάνει τὶς μερίδες τῶν μνημονευομένων καὶ νὰ τὶς ἐναποθέτει ὡς προσευχὲς στὸν θρόνο τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἄλλοτε πάλι ἔβλεπε κεκοιμημένους νὰ τοῦ ἐμφανίζονται καὶ νὰ τοῦ ζητοῦν νὰ βγάλει μερίδα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τους. Κάποιοι, ἐπίσης, τὸν εἶχαν δεῖ τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας νὰ μὴν πατᾶ στὸ πάτωμα.

Τὸ μακάριο τέλος τῆς ζωῆς του

         Παρὰ τὴν ἀσθενική του κράση, μέχρι τὰ πενήντα πέντε του χρόνια δὲν εἶχε κανένα πρόβλημα ὑγείας. Μετὰ τὰ πενήντα πέντε του, ὅμως, πέρασε πολὺ ἐπώδυνες ἀσθένειες (κιρσοὶ στὰ πόδια, προβλήματα στὸ ἔντερο, ἴλιγγοι κλπ.). Τὸ τελευταῖο πρόβλημα ποὺ ἀντιμετώπισε ἦταν ἡ πάθηση τῆς καρδιᾶς του (στὶς 13 Νοεμβρίου 1986 ὑπεβλήθη σὲ ἐπέμβαση τοποθέτησης βηματοδότη), ἕνα πρόβλημα ποὺ τὸν ὁδήγησε τελικὰ στὴν ἄλλη ζωή.

Κοιμήθηκε στὶς 21 Νοεμβρίου τοῦ 1991, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἑνὸς ἐτῶν, ἀνήμερα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐν ὥρᾳ ἐξομολογήσεως μὲ τὸ πετραχήλι του στὸν λαιμὸ καὶ ἐνῶ περίμενε νὰ φθάσει στὸ Μοναστήρι ἀδελφὸς τῆς Μονῆς ποὺ ἐκείνη τὴ μέρα χειροτονήθηκε διάκονος. Προεῖδε τὴν κοίμησή του, γι’ αὐτὸ καὶ παρακάλεσε ἁγιορείτη ἱεροδιάκονο, ποὺ εἶχε ἐξομολογήσει τὸ πρωῒ τῆς 21ης Νοεμβρίου, νὰ μείνει στὸ Μοναστήρι μέχρι τὸ ἀπόγευμα γιὰ νὰ τὸν “ντύσει”.

Τὸ τίμιο λείψανό του κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κηδείας ἦταν λαμπερό, εὔκαμπτο καὶ ζεστό, φανερώνοντας τὴν ὁσιακή του ζωὴ καὶ τὸ ὁσιακό του τέλος καὶ ἀποτελώντας ζωντανὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἁγιότητά του.

Καὶ μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του συνεχίζει νὰ εὐεργετεῖ τοὺς πιστοὺς μὲ τὴν παρρησία ποὺ ἔχει στὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ νὰ ἐπιτελεῖ πάμπολλα θαύματα. 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ

 

ΡΑΔΙΟΣΤΑΘΜΟΣ Ι.Μ. ΛΕΜΕΣΟΥ

 radio.jpg

Copyright © AP.ANDREAS.LEMESOU 2014. All Rights Reserved.